Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Πηγάδι

Εδώ και μήνες ζω σε ένα πηγάδι. Έπεσα μέσα όταν έσκυψα να δω – από περιέργεια – τον πάτο του. Έχασα την ισορροπία μου κι έπεσα. Ευτυχώς “προσγειώθηκα” στο νερό και έτσι δεν έσπασα τίποτα. Πέρασα τις πρώτες μέρες ουρλιάζοντας για βοήθεια. Αλλά δεν με άκουγε κανείς. Οι πρώτες μέρες ήταν σκέτη απελπισία. Το νερό δεν μου έλειψε, αλλά πεινούσα τρομερά. Τα βράδια κοιτούσα τους αστερισμούς που προβάλανε από το στόμιο του πηγαδιού και αποκοιμόμουνα σε μια σχετικά στεγνή εσοχή των τοιχωμάτων.

Γρήγορα διαπίστωσα ότι στο πηγάδι δεν ήμουν μόνος. Ένα σωρό μικρά πλάσματα χρησιμοποιούσαν την φυλακή μου ως ενδιαίτημα. Βατράχια, φρύνοι, αράχνες, μυγάκια ακόμα και μικρά ψάρια και σαύρες. Η αλληλεπίδραση όλων αυτών των ζωαρίων ήταν αξιοθαύμαστη. Παρατήρησα ότι τα βατράχια τρώγανε τις αράχνες, οι αράχνες τα μυγάκια, οι σαύρες τα αυγά της μύγας και τα μικρά βατράχια. Κανείς εδώ δεν πέθαινε από πείνα. Η ανήλιαγη ειρκτή μου προνοούσε σαν καλή μήτρα για την βιωσιμότητα της πανίδας της! Δεν είχα παρά να βρω και γω την θέση μου σε κάποια βαθμίδα της τροφικής αυτής αλυσίδας.

Έτσι έλυσα το πρόβλημα της λιμοκτονίας. Έπρεπε όμως να είμαι προσεκτικός ώστε να μη διαταράξω την φυσική ισορροπία. Έτρωγα λίγο από κάθε είδος, προσέχοντας να μην κάνω διακρίσεις ανάμεσα σε αρσενικά και θηλυκά.


Μετά από λίγο καιρό, και ενώ είχα αρχίσει να συνηθίζω, ακόμα και να απομυζώ κάποιο είδος ηδονής μένοντας εκεί, συνέβη κάτι ανέλπιστο. Εκεί που καθόμουν και ρέμβαζα κοιτώντας τα σκοτεινά νερά, άκουσα έξω από το στόμιο του πηγαδιού ανθρώπινες ομιλίες, που πλησίαζαν. Ήταν μια κοπέλα και ένας νεαρός, ερωτευμένοι μάλλον, που βλέποντας ένα πηγάδι στην μέση του πουθενά ήρθαν να κάνουν μια ευχή και να πετάξουν ένα κέρμα, όπως συνηθίζεται. Μια παλιά μου αταβιστική συνήθεια με έκανε να κουρνιάξω και να περιμένω λίγα λεπτά, χωρίς να δώσω σημείο ζωής. Πάντα όταν ακούς ανθρώπους να πλησιάζουν πρέπει να παίρνεις αμυντική στάση, ακόμα και αν βρίσκεσαι σε μια τόσο δυσχερή θέση, όπως η δική μου. Η προνοητικότητα μου δεν με πρόδωσε τελικά. Το ζευγάρι πάνω στην παραφορά του έρωτά του, ξεμυαλισμένο από ευφορία και φρούδες ελπίδες για το μέλλον πέταξε πολλά κέρματα στο πηγάδι μου, καθώς ο νεαρός και η κοπέλα συναγωνίζονταν σε ευχές για την πορεία της σχέσης τους. Αυτό με έκανε να κουρνιάξω ακόμα πιο βαθιά στην κρυψώνα μου. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει δουλέψει ποτέ και ποτέ δεν έχει βγάλει χρήματα. Ξαφνικά διέβλεπα μπροστά μου μια καινοφανή επιχειρηματική ευκαιρία. Υπήρχαν πολλά κορόιδα εκεί έξω που κανοναρχούνται από δεισιδαιμονίες και προλήψεις, έτοιμα να πετάξουν τα λεφτά τους οπουδήποτε εκπληρώνεται το μεταφυσικό τους βίτσιο... Έπρεπε μόνο να τους προσελκύσω στην τρύπα μου...


Και τότε μου ήρθε η θεία έμπνευσις. Με φωνή υπόκωφη και επιβλητική, συνεπικουρούμενη και από το φυσικό βάθος του πηγαδιού, μίλησα, παριστάνοντας το στοιχειό της πηγής. Προσπάθησα να έχω λίγη επιτήδευση στο λόγο μου, όπως έχουν συνήθως τα φαντάσματα και τα μέντιουμ. Και με τόνο αυστηρό, αλλά όχι πολύ απότομο – για να μην τους τρομάξω, ρώτησα τι θέλουν στα νερά μου και ταράζουν τον αιώνιο ύπνο μου. Όπως είναι φυσικό, οι ερωτευμένοι τα χρειάστηκαν και τραβήχτηκαν πίσω. Ο άφρων νεαρός, προφανώς για να αποδείξει στην κοπέλα του ότι δεν είναι δειλός, άρχισε να πετάει πέτρες και μεγάλα ξύλα στο πηγάδι μου. Γρήγορα όμως σταμάτησε και μπόρεσα να τους εξηγήσω ότι είμαι φιλικό και ευνοϊκό πνεύμα και γενικά πραγματοποιώ ευχές και μαντεύω το μέλλον. Αφού ξεπέρασαν το πρώτο σοκ, άρχισαν να μου απευθύνουν κάθε είδους ερωτήσεις στις οποίες απαντούσα κατά το δοκούν. Η κοπέλα ρώτησε μέχρι και που βρίσκεται το χαμένο της καθρεφτάκι με τις διαμαντένιες πέτρες και γω τις υπέδειξα το πρώτο μέρος που μου ήρθε στο μυαλό: πίσω από το κομοδίνο της κρεβατοκάμαρας. Πέταξαν μερικά κέρματα ακόμα, κατόπιν δικής μου εντολής και πήραν εκστασιασμένοι τον δρόμο του γυρισμού...


Την επόμενη μέρα ξύπνησα από ανήσυχες φωνές ανθρώπων που είχαν μαζευτεί έξω από το πηγάδι μου. Ήμουν αρκετά πεπεισμένος ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Γεγονός μάλιστα που ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση μου ως μέντιουμ. Εκείνο το πρωινό τα κέρματα πέσανε βροχή, καθώς και οι ερωτήσεις για θέματα ερωτικά, επαγγελματικά, υγείας... Και με απληστία νεοφώτιστου απαντούσα σε όλους απρόσκοπτα, αφήνοντας την διαίσθηση μου να οργιάζει.


Αυτό συνεχίστηκε, με μόνη διαφορά ότι το πλήθος του κόσμου που συνέρρεε αυξανόταν μέρα με τη μέρα. Για να αποφευχθεί η χάβρα, οι εντάσεις και ο πανικός πρόσταξα τους “πελάτες” μου να καταρτίσουν λίστα προτεραιότητας. Έχρισα βοηθούς μου και φερέφωνα μου στον έξω κόσμο, το ζευγάρι εκείνο που ευεργέτησα πρώτο με τις μαντείες μου, και δεν έπαψε από την μέρα εκείνη να επισκέπτεται το πηγάδι μου και να ζητάει τις συμβουλές μου – πάντα με το αζημίωτο.


Οι δουλειές πήγαιναν καλά. Μέσα σε λίγες εβδομάδες το πηγάδι μου είχε γεμίσει κέρματα και λίρες. Είχα σκοπό να μαζέψω λίγα χρήματα ακόμα και μετά με την βοήθεια των συνεργατών μου (που ακόμα βέβαια δεν είχαν ενημερωθεί για τα σχέδια μου – είναι πάντα καλύτερο να κρατάς τους υφισταμένους σου στο σκοτάδι) να φύγω. Βέβαια όπως πάντα σε αυτές τις ιστορίες, κάτι πάει στραβά και πρέπει να αναπροσαρμόσεις τα πλάνα σου.


Ήταν χαράματα όταν η τρομαγμένη φωνή της “υπαλλήλου” μου με ξύπνησε. “Πνεύμα του πηγαδιού!” φώναξε, “Σήμερα θα ρθει ο Επίσκοπος με τους ανθρώπους του για να κλείσουν με τσιμέντο το πηγάδι σου. Αλλά τι στο λέω; Θα το ξέρεις ήδη!..” Τινάχτηκα σα να με χτύπησε κεραυνός. “Τι;! Και γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο;” ρώτησα έντρομος. “Ο Επίσκοπος λέει ότι το πηγάδι είναι στοιχειωμένο. Και ότι εσύ είσαι δαίμονας! Είσαι;” “Όχι βέβαια! Τι ναι όλα αυτά;” “Δεν ξέρω. Εγώ ήρθα απλά να σε προειδοποιήσω! Αν και είμαι σίγουρη ότι γνωρίζεις τις κινήσεις τους. Φεύγω τώρα! Αν με βρουν εδώ χάθηκα!” “Κάτσε!” φώναξα, αλλά είχε ήδη απομακρυνθεί. Την είχα άσχημα λοιπόν. Όχι μόνο πήγαινε στράφι δουλειά μηνών, αλλά θα ενταφιαζόμουν εδώ ζωντανός νεκρός. Κάτι έπρεπε να κάνω. Αλλά τι; Μπόρεσα να ξεγελάσω όλους αυτούς τους μωρόπιστους, αλλά θα ήταν αδύνατο να τα καταφέρω με τον Επίσκοπο. Αυτός ήταν γεράκι. Και εξάλλου έκανε λίγο πολύ την ίδια δουλειά με μένα. Σίγουρα φοβήθηκε τον ανταγωνισμό. Για αυτό θέλει να με ξεπαστρέψει.


Ξαφνικά άκουσα ποδοβολητά αλόγων. Είχαν έρθει. Τους άκουσα να ξεπεζεύουν και να ετοιμάζουν το τσιμέντο. Δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να παραδεχτώ την ήττα μου και να προσπαθήσω απλώς να μετριάσω τις συνέπειες. Άρχισα να φωνάζω ότι είμαι άνθρωπος, παγιδευμένος μήνες εδώ. Πως δεν έχω καμία σχέση με πνεύματα και δαιμόνους. Σταμάτησαν να με ακούσουν. Τότε άκουσα την σφυριχτή φωνή του Δεσπότη να τσιρίζει αμείλικτα: “Συνεχίστε. Λέει ψέμματα.” Και επέστρεψαν στις εργασίες τους...


Τότε ακούστηκαν και άλλοι αναπάντεχοι θόρυβοι. Αέρας που σχίζεται από βέλη, κούφια βήματα, μαχαίρια που μπήγονται σε κορμιά, κραυγές και βρισιές. Ήχοι μάχης. Και σε λίγο απόκοσμη ησυχία. Η φωνή που άκουσα τώρα ήταν η οικεία και γλυκιά φωνή της υπαλλήλου μου: “Πνεύμα είσαι καλά;” Κανονικά ενώπιον της δεν θα διακινδύνευα να ρωτήσω τι έγινε εκεί έξω (θα έπρεπε να δείξω ότι γνωρίζω), αλλά λόγω της ταραχής παραμέρισα τους ενδοιασμούς μου και ζήτησα να πληροφορηθώ με κάθε λεπτομέρεια. Αυτή μου απάντησε ότι όλοι οι ευεργετηθέντες κάτοικοι της πολίχνης, με το που έμαθαν τι πρόκειται να μου συμβεί, έσπευσαν να με βοηθήσουν και πάνω στη μανία της συμπλοκής, σκότωσαν τον Μητροπολίτη και τους άντρες του. “Το ήξερα” είπα μόλις τελείωσε, προκαλώντας όπως θέλω να φαντάζομαι ρίγη στις ραχοκοκαλιές των πιστών μου.


“Τι θα γίνει από δω και πέρα;” ρώτησε η καλή μου υπάλληλος. Έκλεισα τα μάτια και έπεσα σε διαλογισμό. Είδα τα σπίτια της πολίχνης καμένα, τους κάτοικους σταυρωμένους, τις γυναίκες βιασμένες, τις περιουσίες τους λεηλατημένες, από τις δυνάμεις του Αρχιεπισκόπου και του Κράτους – που σύντομα θα έρχονταν να αποκαταστήσουν την τάξη. Η οργή τους θα έπεφτε με σιδερένια πυγμή πάνω στους ανίσχυρους και αφελείς χωρικούς. “Όλα θα πάνε καλά” είπα.