Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Από όλους τους ποιητές του Σιάμ

Από όλους του ποιητές του Σιάμ, ο Λάο Πι είναι ο πιο γνωστός και ο πιο αγαπητός. Η λεπτή μελαγχολία που διαπερνά τα γραπτά του βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση στον ευαίσθητο ψυχισμό των συμπατριωτών του. Ωστόσο ο βαθύς, πρωτόγονος και αδηφάγος μελοδραματισμός του δεν τον κάνει ιδιαίτερα θελκτικό στον δυτικό αναγνώστη. Οι μεταφράσεις της ποίησης του Λάο Πι υπήρξαν ελάχιστες και δεν κατάφεραν να κερδίσουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού, με αποτέλεσμα ο ικανός ποιητής να μένει παντελώς άγνωστος στην Δύση. Και όντως, μόνο αμηχανία δύνανται να προκαλέσουν στον ανίδεο αναγνώστη στίχοι όπως;
«Τα χαρωπά κλείνω ξέπνοος μάτια/και ονειρεύομαι επιτέλους τους ανθρώπους που έχω χάσει για πάντα»
Η σύνταξη της απώλειας που επέρχεται όμως σαν λύτρωση για το αθώα και άδικα πάσχον ποιητικό εγώ είναι αρκετά έξω από τις μοραλιστικές συνιστώσες της Δύσης. Εδώ δεν κλείνουμε τα χαρωπά μάτια μας προσδοκώντας να αντικρύσουμε τους αγαπημένους νεκρούς. Αντιθέτως, αποφεύγουμε με κάθε τρόπο την Νέκυια. Παραμένουμε προσκολλημένοι στην ορθολογική μας πραγματικότητα με μάτια πιεστικά ορθάνοιχτα και προσηλωμένα σε ρεαλιστικούς (συνήθως οικονομικούς) στόχους.
Ο ποιητής, εγκλωβισμένος στο προσωπικό του δράμα (ποιο είναι αυτό; δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε) σκορπάει παντού οιμωγές και θρήνους, αλλά με έναν τρόπο που φαίνεται να μην διαταράσσει την ηρεμία της φύσης που τον τυλίγει προστατευτικά. Η ηχώ του συγκρατημένου θρήνου του δεν ηχεί παράφωνα σε αυτό το ομιχλώδες, υγρό, γεμάτο φοίνικες περιβάλλον. Ίσα ίσα, η φωνή του ακούγεται σαν κραυγή παραπόνου κάποιου άγνωστου είδους του ζωικού βασιλείου. Κάποιου μικρού πιθήκου ίσως.
Άλλοτε, το τέλος της ημέρας έρχεται ως δήμιος, Δεν θα φέρει όνειρα. Δεν θα παραγάγει ελπίδες . Βαθύς, ανατολίτικος, ηδυπαθής μηδενισμός. «Η νύχτα έπεσε σαν σπαθί πάνω στα μάτια μου/ μπροστά στα μάτια τους». Ο ποιητής ηττημένος αναμένει την ύστατη τιμωρία του. Ποιο είναι όμως το έγκλημά του; Από πού τρέφεται όλη αυτή η ενοχικότητα;
«Κατοικώ εκεί που κατοικούν και οι Άλπεις» Τέτοιου είδους στίχοι χαιρετίστηκαν με μεγάλη επιδοκιμασία στην πατρίδα του Λάο Πι. Το χιούμορ και η σουρεαλιστική φρεσκάδα που φέρουν, θεωρήθηκαν στοιχεία λίαν ανανεωτικά για την ελώδη κατάσταση της Σιαμέζικης ποίησης, που ήταν μέχρι τούδε ακραιφνώς συντονισμένη με μια αυστηρή και θρησκευτικών καταβολών μετρικότητα.
Θα τελειώσω αυτή την μικρή παρουσίαση με ένα πιο εκτενές απόσπασμα που φωτίζει επιμέρους χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης αυτής ποίησης.
«Κανείς δεν μου έμαθε την ελεύθερη πτήση. Μόνος την διδάχτηκα παρατηρώντας με προσήνεια τα άυλα και ψηλαφώντας τα τζάμια που οριοθετούν την πραγματικότητα. Και σπάζοντάς τα.
Και αν πέσω κανείς δεν θα γνωρίζει πως, που και γιατί.
Ίσως υποθέσουν ότι η θλίψη με οδήγησε στην αυτοκαταστροφή, ότι οι λύπες με σύστησαν στην αυτοκτονία. Και πεθαίνω χτυπημένος από το ίδιο μου το χέρι. Πεθαμένος να μην σκέφτομαι πια.
Θα λυπηθούν όλοι λίγο γύρω μου καθώς θα μαζευτούν όλοι λίγο γύρω μου. Θα με μνημονεύσουν στα μαύρα μεσάνυχτα και οι πιο πνευματικοί θα διεξάγουν για μένα σατανιστικές τελετές.
Μα δεν θα ξέρουν.
Ότι εγώ δεν επέλεξα τον θάνατό μου.
Πως ήταν ατύχημα και συγκυρία. Αμφιταλαντεύτηκα πολύ καιρό πάνω από το κενό, εκεί όπου η ισορροπία είναι δύσκολη…»