Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Δικαστής και Φιλόσοφος έπαιζαν σκάκι

Δικαστής και Φιλόσοφος έπαιζαν σκάκι. Μετά από πολύωρη αμφιταλάντευση, η παρτίδα φάνηκε να κλίνει υπέρ του πρώτου. Πριν όμως κάνει την τελευταία κίνηση, ματ, ο Δικαστής σκέφτηκε ότι θα ήταν άδικο να ταπεινώσει τον συμπαίχτη του, νικώντας τον. Αυτός που ψάχνει την αλήθεια δεν πρέπει να ηττηθεί από αυτόν που είναι σίγουρος για την αλήθεια. Τουλάχιστον όχι στον υπερβατικό στίβο ενός θεσμοθετημένου παιχνιδιού.

Μέσα στα δευτερόλεπτα της αναμονής, ο Φιλόσοφος κατάλαβε την αμφιβολία που κατέκλυσε το μυαλό του αντιπάλου του. Στην αρχή κολακεύτηκε, αλλά στη συνέχεια θύμωσε. Ναι,  προείδε, κατά την διάρκεια της ανηλεούς μάχης, την επερχόμενη ήττα του. Προσπάθησε μάλιστα να κερδίσει χρόνο με μάταιες μανούβρες. Αυτές όμως δεν μπόρεσαν αν ανακόψουν την νικηφόρα επέλαση του Δικαστή. Θα ήταν ταπεινωτικό να του χαριστεί η νίκη. Αλλά και η ήττα θα υποδήλωνε πνευματική κατωτερότητα.

Τα πράγματα περιπλέκονταν από το στοίχημα που βάλανε πριν αρχίσουν να παίζουν. Ο νικητής θα ζητούσε από τον ηττημένο ότι ήθελε.

Ο Δικαστής ήταν πλούσιος και ο Φιλόσοφος φτωχός. Θα ταν καλή ευκαιρία να για τον άπορο στοχαστή να βελτιώσει λίγο την οικονομική του κατάσταση σε περίπτωση νίκης. Ο Φιλόσοφος όμως περιφρονούσε το χρήμα. Ο υπηρέτης της Θέμιδος είχε και μια ωραία κόρη. Ο Φιλόσοφος όμως περιφρονούσε και τις γυναίκες. Άρα ο Δικαστής δεν είχε τίποτα να χάσει αν πρόσφερε την παρτίδα στον αντίπαλο του - ούτε και τίποτα να κερδίσει αν τον κατατρόπωνε. Η ίδια η φύση του στοιχήματος όμως έδειχνε ότι από την αρχή ο Φιλόσοφος δεν επιθυμούσε την νίκη.

Τότε εμφανίστηκε από το πουθενά ο Ποιητής, που πολλοί τον λένε και τρελό, και αναποδογύρισε την σκακιέρα.