Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Ακίνητο ποτάμι

Όταν έκανα το πρώτο βήμα και μπήκα σε αυτό το ήσυχο ποτάμι δεν ήξερα, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι δεν ήταν ποτάμι. Γρήγορα κατάλαβα ότι επρόκειτο για έναν αργό χείμαρρο λάσπης. Ή μήπως δεν ήταν ούτε αυτό; Ο χείμαρρος ρέει, ενώ αυτή εδώ η λασπώδης μάζα φαινόταν ακίνητη.
Με πίκρα θυμήθηκα τον Ηράκλειτο και το δικό του αιώνιο ποτάμι. Ένιωσα μια επιθυμία να ανακράξω: “νενίκηκά σε Ηράκλειτε” ορίστε, μπήκα στο ίδιο σημείο του ποταμού δυο φορές. Αλλά βούλιαξα μέχρι το γόνατο ξαφνικά και φοβήθηκα.
Συνέχισα την αβέβαιη πορεία μου μέσα στον βόρβορο. Δεν φαινόταν ίχνος ζωής εκεί πέρα. Κι όμως. Σίγουρα υπήρχαν μικρόβια. Αυτό δεν επηρέασε τον δρόμο μου. Ήταν απλώς μια δυσάρεστη διαπίστωση.

Το χειρότερο ήταν ότι άρχισαν να ακούγονται στον αέρα, αμυδρά, αλλα όλο και πιο καθαρά, γαυγίσματα και υλακές σκύλων. Ήταν πίσω μου. Κάποιον θα κυνηγούσανε. Ποιόν άραγε; Ίσως κάποιον καταζητούμενο. Ίσως εμένα. Αυτή η τελευταία σκέψη με έκανε να βιαστώ. Αλλά ήταν δύσκολο να ξεκολλήσω το βήμα μου στον βούρκο που βρισκόμουν. Δεν είχα άλλη επιλογή. Βούτηξα στις λάσπες μέχρι το λαιμό και κατέβαλα υπεράνθρωπη προσπάθεια να κουνηθώ. Έτρεχα με χέρια και με πόδια, προσπαθώντας να κάνω όσο λιγότερη φασαρία μπορώ, αλλά μια εφιαλτική βραδύτητα με κρατούσε δέσμιο στο ίδιο σημείο. Ο κίνδυνος με πλησίαζε. Και μάλιστα ένιωθα να με κυκλώνει, να με πλησιάζει από παντού.

“Αλλά για στάσου. Γιατί να κυνηγάνε εμένα;” σκέφτηκα. Δεν θυμόμουν να είχα κάνει κάτι κακό. Ούτε να το είχα σκάσει από κάπου. Ίσως βγήκα απλά να κάνω μια βόλτα. Τι το μεμπτό μπορεί να είχε κάτι τέτοιο;

Αμέσως μάλωσα τον εαυτό μου για αυτές τις αφελείς σκέψεις. “Μετά τον Κάφκα δεν θα έπρεπε να σκέφτεσαι έτσι” με έψεξα. Συνέχισα το ιδιότυπο, σχεδόν ακίνητο τρεχαλητό μου. Τα σκυλιά ακόυγονταν με μεγαλύτερη ευκρίνεια τώρα.