Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Μετάφραση ποιήματος

Μετέφρασα αυτό το ποίημα επί λέξει. Φυσικά δεν έμεινα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Προσπάθησα να το ξαναγράψω, αυτή την φορά εισακούοντας λίγο περισσότερο τις εσωτερικές μου χορδές.
 Επηρεασμένος από την συναισθηματική μου κατάσταση που ρέπει, γενικώς,  προς την μελαγχολία, σκοτείνιασα λίγο τις παρηχήσεις, πρόσθεσα γωνίες μονολεκτικών εκφράσεων, πολλαπλασίασα τα σύμφωνα. Ούτε και τώρα μου άρεσε η δουλειά μου. Ποιος ενδιαφέρεται για το δικό μου συναίσθημα; Θα έπρεπε να λάβω υπόψιν την συναισθηματική κατάσταση του ίδιου του ποιητή, την στιγμή που έγραψε το ποίημα. Έτσι έλαμψε στην προσέγγιση μου μια νότα αισιοδοξίας. Καθώς και μια νύξη επαναστατικότητας και κοινωνικής ευαισθησίας. Ακόμα όμως δεν έβλεπα τίποτε παραπάνω από μια επαλήθεψη του ρητού: ποίηση είναι αυτό που δεν μεταφράζεται.

Στις επόμενες απόπειρες μου προσπάθησα να αναμετρηθώ με δυο γλώσσες: την γηγενή γλώσσα του ποιήματος και την ξένη, την δικιά μου. Λίγο έλειψε να συντριβώ ανάμεσα σε αυτές τις συμπληγάδες. Νομίζουμε ότι κατέχουμε μια γλώσσα ενώ στην ουσία αυτή είναι που μας κατέχει. Μοιάζουμε (οι μεταφραστές) με έντομα που έχουν πιαστεί στον ιστό μιας αράχνης. Αράχνη είναι η γλώσσα και ιστός το συντακτικό της.

Επιχείρησα να ξεπεράσω τα τεράστια προβλήματα με την εκφραστική ανάπλαση, που έφτασε μάλιστα σε σημείο εκζήτησης. Θα γνωρίζετε βέβαια το παράδοξο του Χειμωνά (εγώ το ονομάζω έτσι). Στον Μακμπέθ του ( ο Macbeth του Σαίξπηρ είναι στα αγγλικά) μεταφράζει σε τρεις σελίδες μια στιχομυθία που στο πρωτότυπο πιάνει μόλις επτά σειρές. Κάτι τέτοιο επιχείρησα να κάνω και γω. Μόνο που παραλίγο να με καταπιεί το ίδιο μου το γραπτό. Δεν ήταν μετάφραση αυτό, ήταν δίνη. Κάθε λέξη γεννούσε μια άλλη σε έναν ατέρμονο ρυθμό ξετυλίγματος. Οι τρεις σελίδες γίναν τέσσερις, πέντε, έξι...

Ίσως ήταν καιρός να τα παρατήσω... Να μην κάνω τίποτα. Και η σιωπή μια μετάφραση είναι. Ή ίσως, πιο σωστά, μια στάση. Ιδιαίτερα μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα πολυφωνίας, όπου ζούμε.

Τελευταίο μου προπύργιο φαινόταν να είναι η σιωπή. Και αυτό θα ήταν σωστό: να σταματήσω εδώ αυτήν την άσκοπη ανταπόκριση από τους ομιχλώδεις λειμώνες της λογοκοπίας. Αλλά πως; Η ανάγκη μου για έκφραση δεν με αφήνει να βάζω γλώσσα μέσα. Έτσι συνειδητοποιώ ότι η μετάφραση του ποιήματος μου είναι απλά αυτές οι αγωνιώδεις σειρές.