Κατευθυνόμουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς το κέντρο του πόθου μου. Αλλά εκεί, όπως συμβαίνει συνήθως και στους κυκλώνες, επικρατούσε απόλυτη ηρεμία.
Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013
Παρκάρισμα
Ξέχασα πού πάρκαρα το αυτοκίνητο μου. Το ψάχνω εδώ και μια ώρα, αλλά δεν μπορώ να το βρω. Φέρθηκα απερίσκεπτα. Έπρεπε να προσέξω την οδό, ακόμα και να την σημειώσω. Εμπιστεύτηκα όμως, για ακόμα μία φορά, αυτήν που με έχει προδώσει μύριες όσες φορές, την μνήμη μου.
Εκεί που νόμιζα ότι είχα αφήσει το αυτοκίνητό μου (που είναι μαύρο), βρήκα ένα άλλο (κόκκινο) και μέσα του μια γυναίκα που προσπαθούσε να ξεπαρκάρει. Άρα σίγουρα δεν ήταν το δικό μου. Αφού είναι μαύρο, εγώ άντρας, το αυτοκίνητο παρκαρισμένο και εγώ έξω από αυτό. Οι επαγωγικές σκέψεις της καθημερινής ζωής μας σώζουν, κατά γενική ομολογία, από την τρέλα. Βέβαια, ζούμε σε έναν κόσμο που στερείται νοήματος. Ή ακόμα χειρότερα, σε έναν κόσμο όπου, λόγω κβαντικότητας, το νόημα μπορεί να έχει διττή υπόσταση, με θετικό και αρνητικό πρόσημο συγχρόνως.
Παρ'όλα αυτά, πίεσα τον εαυτό μου να θυμηθεί. Και άρχισα να θυμάμαι πού άφησα χθες και προχθές το αυτοκίνητό μου, αλλά όχι σήμερα. Έτσι, αν ζούσα στο χθες και το προχθές δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να θυμηθώ πού είναι το αυτοκίνητό μου. Αναρωτιέμαι γιατί δεν ζω τώρα στο χθες και το προχθές. Ήταν τόσο ωραία... και τα θυμάμαι όλα.
Βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που ξεχνάω πού πάρκαρα, αλλά για στάσου - σήμερα μπορεί να μην ξέχασα. Μπορεί να θυμάμαι πολύ καλά ότι σε αυτό το σημείο βρισκόταν το αυτοκίνητό μου. Και ήρθα εκεί που έπρεπε. Αλλά το αυτοκίνητο λείπει. Άρα ίσως το έκλεψαν. Δεν είμαι από αυτούς που δένονται με τα αντικείμενα, ούτε έχω κάποια ιδιαίτερη σχέση με την ιδιοκτησία. Ωστόσο λυπήθηκα με την σκέψη ότι το αυτοκίνητό μου είχε κλαπεί.
Τέλος, κεραυνοβολημένος (όπως ήταν επόμενο), παραδέχτηκα στον εαυτό μου ότι δεν είχα αυτοκίνητο. Και συνέχισα την ήρεμη βόλτα μου μέσα στο δάσος με τις εικασίες.
Εκεί που νόμιζα ότι είχα αφήσει το αυτοκίνητό μου (που είναι μαύρο), βρήκα ένα άλλο (κόκκινο) και μέσα του μια γυναίκα που προσπαθούσε να ξεπαρκάρει. Άρα σίγουρα δεν ήταν το δικό μου. Αφού είναι μαύρο, εγώ άντρας, το αυτοκίνητο παρκαρισμένο και εγώ έξω από αυτό. Οι επαγωγικές σκέψεις της καθημερινής ζωής μας σώζουν, κατά γενική ομολογία, από την τρέλα. Βέβαια, ζούμε σε έναν κόσμο που στερείται νοήματος. Ή ακόμα χειρότερα, σε έναν κόσμο όπου, λόγω κβαντικότητας, το νόημα μπορεί να έχει διττή υπόσταση, με θετικό και αρνητικό πρόσημο συγχρόνως.
Παρ'όλα αυτά, πίεσα τον εαυτό μου να θυμηθεί. Και άρχισα να θυμάμαι πού άφησα χθες και προχθές το αυτοκίνητό μου, αλλά όχι σήμερα. Έτσι, αν ζούσα στο χθες και το προχθές δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να θυμηθώ πού είναι το αυτοκίνητό μου. Αναρωτιέμαι γιατί δεν ζω τώρα στο χθες και το προχθές. Ήταν τόσο ωραία... και τα θυμάμαι όλα.
Βέβαια, δεν είναι η πρώτη φορά που ξεχνάω πού πάρκαρα, αλλά για στάσου - σήμερα μπορεί να μην ξέχασα. Μπορεί να θυμάμαι πολύ καλά ότι σε αυτό το σημείο βρισκόταν το αυτοκίνητό μου. Και ήρθα εκεί που έπρεπε. Αλλά το αυτοκίνητο λείπει. Άρα ίσως το έκλεψαν. Δεν είμαι από αυτούς που δένονται με τα αντικείμενα, ούτε έχω κάποια ιδιαίτερη σχέση με την ιδιοκτησία. Ωστόσο λυπήθηκα με την σκέψη ότι το αυτοκίνητό μου είχε κλαπεί.
Τέλος, κεραυνοβολημένος (όπως ήταν επόμενο), παραδέχτηκα στον εαυτό μου ότι δεν είχα αυτοκίνητο. Και συνέχισα την ήρεμη βόλτα μου μέσα στο δάσος με τις εικασίες.
Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013
Πιστόλι και πιθανότητες
Ένα πιστόλι, δύο
άνθρωποι. Σε λίγα λεπτά ο ένας θα είναι
δολοφονημένος και ο άλλος αυτόχειρας.
Ή θα είναι και οι δύο αυτόχειρες. Ή ο
ένας θα πυροβοληθεί εξ αμελείας και ο
άλλος θα αυτοκτονήσει από τύψεις.
Ερωτευμένος μάγος
Ο ερωτευμένος μάγος
δεν έβγαλε από το καπέλο του περιστέρια,
λουλούδια ή κουνέλια. Αλλά κάτι ασχημάτιστο
σαν σφουγγάρι, γλοιώδες, μαύρο: την
καρδιά του, όπως μας πληροφόρησε.
Πειρατής
Στο βεστιάριο βρήκα
μια στολή πειρατή. Την φόρεσα και βγήκα
έξω. Όχι στην σκηνή του θεάτρου, αλλά
στον κόσμο. Σύντομα με πιάσαν και με
κλείσαν σε ένα φρενοκομείο (εγώ το
ονομάζω “μπουντρούμι”). Έκατσα εκεί
δυο χρόνια και τώρα είμαι πάλι έξω.
Καθημερινά σπάω το
μυαλό μου πως θα γυρίσω σε εκείνο το
μέρος. Γιατί κατά την διάρκεια της
παραμονής μου έκρυψα στον ανθισμένο
κήπου του ιδρύματος ένα σεντούκι λίρες.
Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013
Καρφιά ή βελόνες ή καρφίτσες
Οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν στο πάτωμα σαν καρφίτσες που πέφτουν στο πάτωμα. Βγάζοντας ήχο βελόνας που πέφτει στο πάτωμα ή και καρφιών που πέφτουν ατάκτως στο πάτωμα..
Και το πάτωμα ήμασταν εμείς, γιατί ήμασταν ξαπλωμένοι - ή καλύτερα πεσμένοι - και ήμασταν ένα με το πάτωμα.
Είναι άγριο να πέφτουν πάνω σου καρφιά ή βελόνες ή καρφίτσες. Αναγκαστικά θα φωνάξεις. Δεν γίνεται αλλιώς.
Και το πάτωμα ήμασταν εμείς, γιατί ήμασταν ξαπλωμένοι - ή καλύτερα πεσμένοι - και ήμασταν ένα με το πάτωμα.
Είναι άγριο να πέφτουν πάνω σου καρφιά ή βελόνες ή καρφίτσες. Αναγκαστικά θα φωνάξεις. Δεν γίνεται αλλιώς.
Θέα
Πάτησε με τα δυο του πόδια πάνω στην καρέκλα. Παραλίγο να χάσει την ισορροπία του, αλλά την βρήκε, αφού κλυδωνίστηκε για ένα δευτερόλεπτο. Έτσι θα φαινόταν ο κόσμος αν ήταν μισό μέτρο πιο ψηλός λοιπόν. Για λίγο μια παιδική έξαψη τον κατέκλυσε. Θυμήθηκε τότε που ήταν παιδί και του άρεσε να ανεβαίνει σε δέντρα. Καθόταν για ώρα εκεί. Κρυβόταν. Αγνάντευε.
Και τώρα αγνάντευε. Μπροστά του όμως δεν εκτείνονταν κάμποι ή βουνά. Μπροστά του απλωνόταν μια μαύρη θάλασσα: η ανυπαρξία.
Και τώρα αγνάντευε. Μπροστά του όμως δεν εκτείνονταν κάμποι ή βουνά. Μπροστά του απλωνόταν μια μαύρη θάλασσα: η ανυπαρξία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)